«Eνας από τους άλλους φωτογράφους του AFP με κάλεσε και μου είπε να πάω γρήγορα στο κέντρο της πόλης. Ανέβηκα στο μετρό και έφτασα μέχρι την έξοδο του δημαρχείου. Ενώ ήμουν στο μετρό, το δεύτερο αεροπλάνο είχε συντριβεί. Οταν βγήκα, εκατοντάδες άνθρωποι απλώς στέκονταν κοιτάζοντας τους Δίδυμους Πύργους», θυμάται ο φωτογράφος Σταν Χόντα. Κάτοικος Μανχάταν, μπόρεσε να φτάσει γρήγορα στο σημείο. Σήμερα, γυρνώντας πίσω τον χρόνο, μπορεί και ανακαλεί στη μνήμη την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 λεπτό προς λεπτό. «Δεν είχαμε ιδέα τι συνέβαινε – ήταν η εποχή πριν από τα smartphones. Κάλυπτα αρκετά ρεπορτάζ στη Wall Street οπότε ήξερα την περιοχή αρκετά καλά. Αρχισα να κατευθύνομαι προς το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, την ίδια στιγμή χιλιάδες άνθρωποι έτρεχαν αντίθετα από την κατεύθυνση που πήγαινα. Ηταν ίσως η πιο χαοτική μέρα που έχω βιώσει ποτέ», συνεχίζει για να μεταδώσει τη δική του εμπειρία από «την ημέρα που συγκλόνισε τον πλανήτη».

Είκοσι πέντε χρόνια μετά οι φωτογράφοι, μάρτυρες της τραγικής ημέρας, επιστρέφουν για να διηγηθούν τις ιστορίες πίσω από τις εικόνες που άλλαξαν τον κόσμο. Τιμώντας τη μνήμη των θυμάτων αλλά και των φωτογράφων που κατόρθωσαν να καταγράψουν την ιστορική μέρα, αψηφώντας τους κινδύνους, η συλλογική πλατφόρμα Projections παρουσιάζει μια παγκόσμια μετάδοση έξι νυχτών για να τιμήσει την 25η επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, συγκεντρώνοντας πολλούς από τους φωτογράφους, τους συντάκτες και τους απλούς πολίτες των οποίων οι εικόνες καθόρισαν την κατανόηση των επιθέσεων από τον κόσμο, αλλά και αποτέλεσαν αναμφισβήτητα πειστήρια για την καταδίκη των τρομοκρατών.
Σε πρώτο πρόσωπο
Εμπνευστής του Projections είναι ο Φρανκ Mέο, επιμελητής και μελετητής της φωτογραφίας ως μέσο καταγραφής της ιστορίας, ο οποίος αποφάσισε να αναβιώσει εκείνη την ημέρα μέσα από τα μάτια εκείνων που την «αντίκρισαν» πρώτοι. Οι φωτογράφοι, πολλοί από τους οποίους έχουν βραβευτεί με Πούλιτζερ και World Press για τη δουλειά τους, έχουν καταγράψει τόσο το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, το Πεντάγωνο αλλά και την αντίδραση σε πολλές πολιτείες της Αμερικής, Μοιράζονται σε αυτές τις συνομιλίες, σε πρώτο πρόσωπο, μαρτυρίες και εμπειρίες για το πώς κάλυψαν ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα της σύγχρονης εποχής. Πιστοποιημένοι φωτογράφοι του Λευκού Οίκου ξεδιπλώνουν σπάνιες οπτικές γωνίες από το παρασκήνιο της προεδρίας. Ενώ νυν και πρώην φωτογράφοι, συντάκτες και εκπρόσωποι οργανισμών όπως το Associated Press, το TIME, η Washington Post, το Getty Images και άλλοι συζητούν το πώς επεξεργάστηκαν και μοιράστηκαν με τον κόσμο το οπτικό αρχείο της 11ης Σεπτεμβρίου, καθώς και τα ηθικά διλήμματα πίσω από την κάθε εικόνα.

«Φωτογράφιζα τον πρώτο πύργο όταν άρχισε να καταρρέει και υπήρχε αυτό το γιγάντιο σύννεφο καπνού και σκόνης, και ένας θόρυβος σαν τρένο. Φωτογράφιζα ανθρώπους και ξαφνικά έγινε νύχτα – δεν μπορούσες να δεις τίποτα», συνεχίζει ο Σταν Χόντα στην κουβέντα. Ημουν κοντά σε ένα κτίριο και υπήρχε ένας αστυνομικός που απομάκρυνε ανθρώπους από το πεζοδρόμιο. Μπήκα μέσα στο λόμπι και μετά από περίπου ένα λεπτό μια γυναίκα μπήκε εντελώς καλυμμένη με σκόνη από τα χαλάσματα», λέει ο παλαίμαχος φωτορεπόρτερ αναπαριστώντας λεκτικά εκείνη τη μέρα. «Σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο και τράβηξα αυτό το ένα καρέ. Εκείνη την εποχή δεν πίστευα ότι ήταν κάτι το ιδιαίτερο, αλλά αργότερα μου φάνηκε εντυπωσιακό. Ηταν ένα πορτρέτο κάπως απόκοσμο, σχεδόν σαν να είχε βγει από την Πομπηία.
Για πολύ καιρό εξακολουθούσε να φοβάται την επιστροφή της στο Κάτω Μανχάταν και έσκυβε το κεφάλι όταν άκουγε αεροπλάνα να πετούν από πάνω της. Επειτα έχασα την επαφή μαζί της και λυπήθηκα όταν άκουσα για τον θάνατό της από καρκίνο τον Αύγουστο του 2015.
Αν και για ειδησεογραφικές φωτογραφίες όπως αυτή είναι σπάνιο να βρίσκει κανείς την ταυτότητα του ατόμου, λίγους μήνες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η οικογένειά της τηλεφώνησε στο γραφείο του AFP στην Ουάσιγκτον και την αναγνώρισε. «Τελικά συναντήσαμε τη Μάρσι, έτσι την έλεγαν, στο διαμέρισμά της στο Νιου Τζέρσεϊ. Ηταν ανακουφιστικό όταν διαπιστώσαμε ότι ήταν σωματικά καλά. Ακούσαμε την ιστορία της και τη φωτογράφισα σε ένα πιο ήρεμο περιβάλλον. Εργαζόταν για την Bank of America στον 81ο όροφο ενός από τους πύργους και κατάφερε να δραπετεύσει με άλλους υπαλλήλους γραφείου. Για πολύ καιρό εξακολουθούσε να φοβάται την επιστροφή της στο Κάτω Μανχάταν και έσκυβε το κεφάλι όταν άκουγε αεροπλάνα να πετούν από πάνω της. Επειτα έχασα την επαφή μαζί της και λυπήθηκα όταν άκουσα για τον θάνατό της από καρκίνο τον Αύγουστο του 2015», κλείνει την αφήγησή του ο φωτογράφος.

Χάος
Ο φωτορεπόρτερ Μάριο Τάμα, με έδρα τη Νέα Υόρκη, ήταν ένας από τους πρώτους φωτογράφους που βρέθηκαν στο σημείο. Στη δική του κατάθεση περιγράφει την πανικόβλητη κατάσταση εκείνου του μοιραίου πρωινού. «Ημουν στο σπίτι μου, στο διαμέρισμά μου στο Κάτω Ιστ Σάιντ, όταν ο αρχισυντάκτης μου με κάλεσε έντρομος για να μου πει ότι ένα αεροπλάνο είχε χτυπήσει το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και έπρεπε να πάω στο Κάτω Μανχάταν. Αρπαξα τον εξοπλισμό μου και έφυγα γρήγορα από την πόρτα. Οταν έφτασα στη γωνία των οδών Chrystie και Delancey, μπόρεσα να δω τους Δίδυμους Πύργους και τη μεγάλη οδοντωτή τρύπα στον Βόρειο Πύργο, όπου είχε πέσει το πρώτο αεροπλάνο. «Αυτό είναι πόλεμος», σκέφτηκα.
Ο Μάριο προσπάθησε να σταματήσει μερικά ταξί αλλά δεν είχε τύχη, οπότε έτρεξε από εκεί στο σημείο. «Πριν καταρρεύσουν οι πύργοι, επικρατούσε χάος. Θυμάμαι να βλέπω ανθρώπους να απομακρύνονται από τα κτίρια προς το μέρος μου καθώς κατευθυνόμουν προς τα εκεί, κάποιοι σε κατάσταση σοκ, κάποιοι αιμορραγώντας, σχεδόν όλοι προσπαθώντας με κάποιο τρόπο να γυρίσουν σπίτι. Καθώς πλησίαζα στην περίμετρο των πύργων, συνάντησα όλο και περισσότερους φωτογράφους και μέλη των μέσων ενημέρωσης, και πολλοί από εμάς προσπαθούσαμε να μπούμε από κάτω ή ακόμα και μέσα στους πύργους. Δεν καταλαβαίναμε τότε πως αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο».
Προσπάθησα να παρακάμψω τα οδοφράγματα της αστυνομίας και περπάτησα γύρω από την εκκλησία Trinity για να κατευθυνθώ στο Γκρίνουιτς προς τον Νότιο Πύργο – όταν άκουσα έναν οξύ ήχο, κοίταξα ψηλά και είδα τον Νότιο Πύργο να αρχίζει να καταρρέει πάνω μου.
Κάτι που μας διδάσκουν συχνά στη σχολή φωτορεπορτάζ είναι η περίφημη ατάκα του Ρόμπερτ Κάπα: «Αν οι φωτογραφίες σου δεν είναι αρκετά καλές, δεν είσαι αρκετά κοντά». Η αστυνομία μάς κράτησε λίγο μακριά από το σημείο και πιθανότατα έσωσε τη ζωή πολλών φωτογράφων εκείνη την ημέρα, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου. «Προσπάθησα να παρακάμψω τα οδοφράγματα της αστυνομίας και περπάτησα γύρω από την εκκλησία Trinity για να κατευθυνθώ στο Γκρίνουιτς προς τον Νότιο Πύργο – όταν άκουσα έναν οξύ ήχο, κοίταξα ψηλά και είδα τον Νότιο Πύργο να αρχίζει να καταρρέει πάνω μου», θυμάται.
«Εκείνη τη στιγμή μετατράπηκα από φωτορεπόρτερ σε έναν ακόμη Νεοϋορκέζο που έτρεχε για να σωθεί καθώς ο πύργος κατέρρεε. Κατάφερα να διανύσω μερικά τετράγωνα πριν το σύννεφο σκόνης του ανεμοστρόβιλου με κατακλύσει εμένα και δύο άλλους άνδρες, στην άκρη ενός γκαράζ. Το φως της ημέρας μετατράπηκε σε νύχτα και γρήγορα σε μια συσκότιση όπου ένιωθα σαν να είχε σταματήσει ο κόσμος. Το Μανχάταν είχε εξαφανιστεί. Ενας ή δύο από τους άνδρες προσευχήθηκαν. Κάπως, μετά από λίγο, η σκόνη άρχισε να κατακάθεται και λίγο φως άρχισε να φιλτράρεται. Ημασταν ζωντανοί. Τις επόμενες ημέρες, όταν φωτογράφιζα τα συνεργεία διάσωσης σκεφτόμουν πως θα μπορούσα να είμαι και εγώ ένα από τα θύματα. Θυμάμαι να λέω στον εαυτό μου ότι είχα εισέλθει στην ιστορία και ότι έπρεπε να την καταγράψω, αυτή ήταν η δουλειά μου. Ελεγα στον εαυτό μου, ξανά και ξανά, “απλώς κάνε τη δουλειά σου”».

Το βράδυ της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Τόμας Ε. Φράνκλιν συγκλονισμένος από μια μέρα φωτογράφισης των επιθέσεων στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου και προσπαθώντας να επιστρέψει στο Νιου Τζέρσεϊ δεν ήξερε ότι κουβαλούσε ένα κομμάτι ιστορίας στην ψηφιακή του φωτογραφική μηχανή. Για τον βετεράνο φωτογράφο, η φωτογραφία που θα γινόταν «Υψώνοντας τη Σημαία στο Σημείο Μηδέν» και θα έμπαινε στη λίστα για το βραβείο Πούλιτζερ ήταν μία από τις χιλιάδες που τράβηξε. Φωτογράφος και βιντεογράφος για την εφημερίδα The Record του βόρειου Νιου Τζέρσεϊ, ο Φράνκλιν προετοιμαζόταν για μια συνάντηση στο γραφείο του, όταν ένας συνάδελφος του είπε για το πρώτο αεροπλάνο. «Eτρεξα στο παράθυρο. Είχα καθαρή θέα σε όλο το Τζέρσεϊ. Μπορούσα να δω μια τεράστια τρύπα στον πύργο. Αμέσως έφυγα για την πόλη, αλλά οι σήραγγες και οι γέφυρες ήταν κλειστές», θυμάται 25 χρόνια μετά.
«Για μια σύντομη στιγμή, η ομοιότητα με την εικόνα του Τζο Ρόζενταλ “Υψώνοντας τη Σημαία στην Ιβο Τζίμα” πέρασε από το μυαλό μου και αναγνώρισα τον συμβολισμό», λέει σήμερα ο Φράνκλιν.
Κατευθύνθηκε προς την όχθη του ποταμού στο Τζέρσεϊ Σίτι. Σκάφη πηγαινοέρχονταν μεταξύ Νιου Τζέρσεϊ και Μανχάταν, και είχε στηθεί ένα κέντρο διαλογής για τους φωτογράφους. Επέστρεψε στο γραφείο για να κατεβάσει φωτογραφίες γνωρίζοντας πως δεν υπήρχε γυρισμός. «Αλλά εντέλει κάπως μπόρεσα να ενσωματωθώ στο πλήθος. Είδα έναν φίλο φωτογράφο. “Γνωρίζω τον επικεφαλής του αστυνομικού τμήματος του Τζέρσεϊ, ας δούμε αν μπορεί να μας βοηθήσει να μπούμε σε μια βάρκα” είπε εκείνος», διηγείται ο Φράνκλιν. Ο αστυνομικός βοήθησε τους δύο άνδρες να ανέβουν σε ένα ρυμουλκό. «Περίμεναν ότι ο πύργος 7 θα κατέρρεε. Η πυροσβεστική και οι διασώστες συγκεντρώθηκαν σε ένα κέντρο πρώτων βοηθειών. Σκέφτηκα “πρέπει να γυρίσω πίσω”, και τότε είδα τους τρεις πυροσβέστες. Τρεις άνδρες που ύψωσαν μια σημαία ωχριά σε σύγκριση με χιλιάδες ανθρώπους που πέθαναν και δύο κτίρια που έπεσαν στο έδαφος. Για μια σύντομη στιγμή, η ομοιότητα με την εικόνα του Τζο Ρόζενταλ “Υψώνοντας τη Σημαία στην Ιβο Τζίμα” πέρασε από το μυαλό μου και αναγνώρισα τον συμβολισμό», λέει σήμερα ο Φράνκλιν στη δική του αφήγηση.
«Ενα υπέροχο, ηλιόλουστο πρωινό»
Ο βρετανικής καταγωγής φωτογράφος Φιλ Πένμαν ζούσε στη Νέα Υόρκη και κάλυπτε καθημερινά ειδήσεις και διασημότητες. Η 11η Σεπτεμβρίου επρόκειτο να είναι η πρώτη ημέρα άδειάς του έπειτα από έξι μήνες συνεχούς δουλειάς. Είχε επιστρέψει στο διαμέρισμά του στη Murray Hill περίπου στις τρεις τα ξημερώματα. Οταν άκουσε στον τηλεφωνητή ότι ένα αεροπλάνο είχε πέσει στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, σκέφτηκε αρχικά ότι μπορεί να επρόκειτο για ένα μικρό αεροσκάφος. Aνοιξε την τηλεόραση, κατάλαβε την κλίμακα του γεγονότος, πήρε τον φωτογραφικό του σάκο και κατέβηκε με το ποδήλατο προς το νότιο Μανχάταν. «Hταν ακόμη ένα υπέροχο, ηλιόλουστο πρωινό. Ολα γύρω σου έμοιαζαν φυσιολογικά και ξαφνικά συνέβη αυτό. Δεν φωτογράφιζες καταλαβαίνοντας πραγματικά την έκταση όσων γίνονταν. Απλώς τραβούσες τις εικόνες», λέει σήμερα ενθυμούμενος εκείνη την ημέρα.
Ο Πένμαν ήθελε πρώτα μια εικόνα που να αποδίδει το μέγεθος των Δίδυμων Πύργων και όχι ένα πολύ κοντινό κάδρο στο οποίο ο θεατής θα έβλεπε μόνο προς τα πάνω. Θυμήθηκε τη θέα από το West Broadway στο Σόχο, όπου οι πύργοι φαίνονταν στο βάθος της λεωφόρου. Φωτογράφισε το κτίριο μέσα από φακό 28–70 χιλιοστών. Καθώς κοιτούσε από το σκόπευτρο, είδε τον πύργο να καταρρέει και το σύννεφο να πλησιάζει. Δύο πυροσβέστες τον άρπαξαν καθώς έτρεχαν και μαζί μπήκαν στο κατάστημα J and R Music. Τα παράθυρα σκοτείνιασαν εντελώς. «Hταν σαν να κοιτάζεις μια σκηνή κινηματογραφικής ταινίας, μόνο που δεν ήταν μια ταινία στην οποία ήθελες να βρίσκεσαι. Κατάλαβα ότι το κτίριο κατέρρεε και ερχόταν όλο και πιο κοντά. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να φύγω από εκεί».

Μέσα στο κατάστημα υπήρχαν άνθρωποι με καθαρά επαγγελματικά ρούχα, άλλοι σε σοκ και άλλοι που συνέχιζαν σχεδόν μηχανικά να κοιτούν τα DVD στα ράφια. Τότε μπήκε τρέχοντας ο Τζον Πολ Ντε Βίτο, καλυμμένος με σκόνη και συντρίμμια, φωνάζοντας ότι δεν μπορούσε να πιστέψει πως είχε σωθεί. Κρατούσε ένα μπουκάλι νερό. Ο Πένμαν τού ζήτησε την άδεια να τον φωτογραφίσει και εκείνος συμφώνησε. Οι δυο τους επικοινώνησαν ξανά αργότερα και έκτοτε ανταλλάσσουν νέα. «Ενα από τα ελάχιστα καλά που βγήκαν από εκείνη την ημέρα είναι ότι συνδέθηκα με ορισμένους σπουδαίους ανθρώπους. Εμεινα σε επαφή με πολλούς από όσους φωτογράφισα και άλλοι με βρήκαν αργότερα, όταν αναγνώρισαν τον εαυτό τους στις εικόνες».

Η Tζότζο με τα γυμνά πόδια
Ανάμεσα στους επιζώντες ήταν η Τζότζο Καπέστρο και μια συνάδελφός της. Η Καπέστρο είχε κατέβει από τον 87ο όροφο του Βόρειου Πύργου και, καλυμμένη με σκόνη, περπατούσε με γυμνά πόδια και με το χέρι γύρω από τη φίλη της. Ο Πένμαν δίστασε μπροστά στο ηθικό βάρος της εικόνας: είχε δικαίωμα να πλησιάσει ανθρώπους στην πιο δύσκολη ώρα της ζωής τους και να σηκώσει τη μηχανή; Τη φωτογράφισε. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η επιμελήτρια του Μουσείου της 11ης Σεπτεμβρίου αναγνώρισε την Καπέστρο στο αρχείο που είχε δωρίσει ο φωτογράφος και τους έφερε σε επαφή. «Περίμενα ότι θα με ρωτούσε πώς τόλμησα να τη φωτογραφίσω. Εκείνη όμως με αγκάλιασε και μου είπε: “Δεν ξέρεις πόσο με βοήθησε αυτή η φωτογραφία. Μου έδωσε ένα κλείσιμο, γιατί πολλοί δεν πίστευαν ότι ήμουν εκεί. Τώρα μπορούσα να πω: κοιτάξτε, αυτή είμαι, περπατώ ξυπόλυτη”».
Περίμενα ότι θα με ρωτούσε πώς τόλμησα να τη φωτογραφίσω. Εκείνη όμως με αγκάλιασε και μου είπε: “Δεν ξέρεις πόσο με βοήθησε αυτή η φωτογραφία. Μου έδωσε ένα κλείσιμο, γιατί πολλοί δεν πίστευαν ότι ήμουν εκεί. Τώρα μπορούσα να πω: κοιτάξτε, αυτή είμαι, περπατώ ξυπόλυτη”.
Η σχέση τους δεν περιορίστηκε στη στιγμή. Το 2018 ο Πένμαν φωτογράφισε τον γάμο της. Η Καπέστρο περιγράφει αυτή τη διαδρομή με μία φράση: ο ίδιος άνθρωπος τη φωτογράφισε στη χειρότερη και στην καλύτερη ημέρα της ζωής της. «Με περιγράφει ως τον φωτογράφο που ήταν εκεί στη χειρότερη ημέρα της ζωής της και ύστερα φωτογράφισε την καλύτερη. Αυτό είναι κάτι πολύ ξεχωριστό».
Για τον Πένμαν, η 11η Σεπτεμβρίου δεν τελείωσε εκείνη την ημέρα. Ακολούθησαν μήνες με κηδείες, οικογένειες θυμάτων, διαμερίσματα γεμάτα σκόνη. Χρειάστηκε περίπου δύο χρόνια για να μπορεί να μιλήσει για όσα είχε δει. «Δεν ήταν μόνο η ημέρα που ήταν τραυματική. Για μήνες φωτογραφίζαμε κηδείες και ανθρώπους που είχαν χάσει τους δικούς τους. Η μυρωδιά δεν έφευγε. Και σκεφτόσουν: αυτή είναι η μυρωδιά του θανάτου. Για εμάς δεν τελείωσε εκείνη την ημέρα», λέει.
Οι άνθρωποι στα παράθυρα
Ο Τόμας Νταλάλ, φωτορεπόρτερ με εμπειρία από εμπόλεμες ζώνες, ζούσε τότε στο Lower East Side. Ακουσε την πρώτη τεράστια έκρηξη ενώ έλεγχε το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο. Η δόνηση του θύμισε αμέσως μια βομβιστική επίθεση στη Γάζα που τον είχε πετάξει από το κρεβάτι χρόνια νωρίτερα. Η ατζέντισσά του του τηλεφώνησε και του ζήτησε να κατέβει προς το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Λίγο αργότερα, η τότε σύζυγός του τηλεφώνησε τρομοκρατημένη από τη Mercer Street και του είπε να μην πλησιάσει. Εκείνος πήρε τρεις μηχανές και ξεκίνησε προς τον νότο. «Είχα πάει στη Μέση Ανατολή και στη Νοτιοανατολική Ασία για να καλύψω βία και χάος. Εκεί όμως παίρνεις συνειδητά την απόφαση να πας σε μια ιστορία. Αυτή τη φορά η ιστορία εξερράγη στην αυλή μου», λέει.

Πίσω από το ομοσπονδιακό δικαστήριο άκουσε τη δεύτερη έκρηξη, χωρίς να δει την πρόσκρουση. Προχώρησε προς τον νότο, όμως ένα τεράστιο τμήμα αεροσκάφους στη γωνία ενός κτιρίου και η απόκοσμη ερημιά τού «είπαν» να μην πλησιάσει περισσότερο. Κατευθύνθηκε προς τον αυτοκινητόδρομο της δυτικής πλευράς, από όπου είχε καθαρότερη θέα. Στη Vesey Street άρχισε να βλέπει ανθρώπους να πέφτουν. Στο μεγάλο κάδρο του Βόρειου Πύργου διακρίνονται πολλοί εγκλωβισμένοι στα παράθυρα. Ενας άνδρας στο κέντρο κρατά ή κινεί ένα λευκό τραπεζομάντιλο, ενώ άλλοι μοιάζουν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Πάνω από το κτίριο πετούσε αστυνομικό ελικόπτερο. Ο Νταλάλ θυμάται να το κοιτάζει και να εύχεται να μπορούσε να πλησιάσει και να τους σώσει. «Ελεγα στον οπερατέρ του Reuters να βάλει τον μεγαλύτερο φακό του. “Δεν θα πιστέψεις αυτό που θα δεις. Υπάρχουν άνθρωποι κρεμασμένοι από τα παράθυρα”. Δεν μπορούσες να επινοήσεις μια τέτοια εικόνα».
Καθώς φωτογράφιζε τους εγκλωβισμένους, άκουσε φωνές. Γύρισε, πήρε τη Leica και τράβηξε μια μικρή ακολουθία καρέ. Τότε ένιωσε το έδαφος να τρέμει σαν σε σεισμό. Στράφηκε πάλι προς τους πύργους και πρόλαβε έξι ή επτά καρέ από την κατάρρευση του Νότιου Πύργου πάνω στο ξενοδοχείο που βρισκόταν χαμηλότερα. Επειτα ήρθε το σύννεφο των συντριμμιών. «Καθώς φωτογράφιζα τις γυναίκες, το έδαφος άρχισε να τρέμει. Εμοιαζε με σεισμό. Γύρισα, άρπαξα ξανά τη μηχανή με τον μακρύ φακό και τράβηξα έξι ή επτά καρέ του Νότιου Πύργου που κατέρρεε. Μετά ένα τεράστιο σύννεφο συντριμμιών άρχισε να ανεβαίνει στον δρόμο».

Οι Νεοϋορκέζοι που μετέφεραν τους τραυματίες
Ο Ντέιβιντ Χάντσα, φωτορεπόρτερ της New York Daily News, κατευθυνόταν στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης για να διδάξει φωτορεπορτάζ. Ακουσε στον ασύρματο της αστυνομίας και της πυροσβεστικής ότι αεροπλάνο είχε χτυπήσει το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Ακολούθησε το όχημα της Rescue Company 1 προς τους πύργους, ενώ οι πυροσβέστες φορούσαν τις φιάλες αέρα και ετοίμαζαν τον εξοπλισμό τους. Eφτασε μετά την πρώτη πρόσκρουση και πριν από τη δεύτερη. Τηλεφώνησε στην εφημερίδα, άφησε μήνυμα στο πανεπιστήμιο ότι θα αργούσε λίγο και ενημέρωσε το σπίτι του. Oπως λέει στη συζήτηση, δεν φανταζόταν ότι η καθυστέρηση στο μάθημα θα διαρκούσε περίπου εννέα μήνες.
Στα πρόσωπα υπήρχε φόβος, αλλά κυρίως υπήρχε δυσπιστία. Και μέσα στην κίνηση έβλεπες την απόλυτη θέληση για επιβίωση.
«Ημουν είτε στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή είτε στο λάθος μέρος τη σωστή στιγμή. Δεν είμαι ακόμη βέβαιος. Ακολούθησα το όχημα της Rescue Company 1 μέχρι το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου». Πριν ακόμη χτυπήσει το δεύτερο αεροπλάνο, ο Χάντσα φωτογράφισε ανθρώπους που βοηθούσαν άλλους να απομακρυνθούν. Μια γυναίκα στεκόταν σε στάση λεωφορείου στη West Street με βαριά εγκαύματα και δύο άγνωστοι την οδηγούσαν μακριά. Σε άλλη εικόνα, άνθρωποι βγαίνουν πιθανότατα από το ξενοδοχείο Marriott καλύπτοντας το κεφάλι τους με τσάντες. Δύο κρατούν πάνω τους έναν μεγάλο μεταλλικό δίσκο σερβιρίσματος για να προστατευθούν από τα αντικείμενα που έπεφταν. Ενας μεγαλόσωμος άνδρας μεταφέρει στην πλάτη μια αναίσθητη συνάδελφό του. Μια γυναίκα τρέχει ξυπόλυτη πάνω σε σπασμένα γυαλιά, κρατώντας τα παπούτσια και την τσάντα της. «Στα πρόσωπα υπήρχε φόβος, αλλά κυρίως υπήρχε δυσπιστία. Και μέσα στην κίνηση έβλεπες την απόλυτη θέληση για επιβίωση. Αυτή η εικόνα συνοψίζει τα πρώτα λεπτά της επίθεσης: την επιθυμία των Νεοϋορκέζων να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον και να σωθούν».
Η εικόνα που δεν τραβήχτηκε
Από όλες τις εικόνες, ο Χάντσα επιστρέφει και σε μία που δεν υπάρχει. Το πρωί εκείνο συνάντησε τον αστυνομικό Γκλεν, παλιό φωτογράφο που υπηρετούσε στη μονάδα βίντεο της αστυνομίας. Ο Γκλεν τον κάλεσε να τον ακολουθήσει προς τον πύργο, λέγοντάς του ότι κανείς δεν θα τον απομάκρυνε αν ήταν μαζί του. Ο Χάντσα αρνήθηκε χωρίς να ξέρει γιατί. Αγκαλιάστηκαν και χώρισαν. Ο Γκλεν μπήκε στον Νότιο Πύργο και σκοτώθηκε. «Μέχρι σήμερα μετανιώνω που δεν τον φωτογράφισα. Μου είπε: “Ελα μαζί μου, κανείς δεν θα σε διώξει”. Δεν ξέρω γιατί του απάντησα ότι θα μείνω έξω. Αγκαλιαστήκαμε, εκείνος πήγε προς το κτίριο και εγώ έμεινα στον δρόμο. Είναι ένα από τα μυστήρια εκείνης της ημέρας».

Οι δύο γαλάζιοι πύργοι της μνήμης
Μετά την ανάρρωση και την επανεκπαίδευση στο περπάτημα, ο Χάντσα δεν ήθελε να φωτογραφίσει ξανά νεκρούς ή ανθρώπους που πέθαιναν. Επιστρέφει όμως κάθε επέτειο στους ανθρώπους που τον έσωσαν και στο μνημείο. Αναζητεί διαφορετικό σημείο από το οποίο θα φωτογραφίσει τις δύο δέσμες γαλάζιου φωτός, τους φασματικούς πύργους που διακρίνονται από ολόκληρη την πόλη. «Τα γαλάζια φώτα είναι οι απόντες πύργοι. Είναι οι φασματικοί πύργοι που φαίνονται από παντού. Προσπαθώ κάθε χρόνο να τους δω από διαφορετικό σημείο. Μου δίνουν παρηγοριά και συγχρόνως με κρατούν προσηλωμένο στους ανθρώπους που πάλεψαν τόσο σκληρά για να σώσουν άλλους. Οι φυσιολογικοί, λογικοί άνθρωποι έτρεχαν για να σώσουν τη ζωή τους».
Οι συζητήσεις των φωτογράφων μεταδίδονται ζωντανά μέσω Zoom από τις 6 έως τις 11 Σεπτεμβρίου 2026. Κάθε zoom ηχογραφείται και θα αρχειοθετηθεί μόνιμα στον ιστότοπο και στο κανάλι YouTube του Projections, μια παγκόσμια πλατφόρμα αφιερωμένη στη φωτογραφία ως μάρτυρα, μνήμη και ιστορικό αρχείο.
Πηγή: kathimerini.gr






