Tο Πάσχα
Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή του χριστιανισμού.
Προέρχεται από το εβραϊκό Πάσχα, που και αυτό έχει τις ρίζες του στην αρχαία Αίγυπτο. Με το “Πισάχ” -η λέξη σημαίνει διάβαση- οι Αιγύπτιοι γιόρταζαν τη διάβαση του ήλιου από τον ισημερινό, την εαρινή δηλαδή ισημερία και μαζί της τον ερχομό της άνοιξης.
Στη χριστιανική γιορτή δόθηκε το όνομα “Πάσχα” και με απόφαση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, το 325 μ.Χ., ορίστηκε να γιορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά από την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας.
Το Πάσχα, ο λαός, γιορτάζει και την ανάσταση της άνοιξης, το ξύπνημα της φύσης μετά τη νάρκη του χειμώνα.
Με τη λέξη Πάσχα, Λαμπρή και Λαμπρά -στην Κύπρο- εννοούμε δυο βδομάδες που αρχίζουν από την Ανάσταση του Λαζάρου και τελειώνουν την Κυριακή του Θωμά. Τη βδομάδα των Παθών και τη βδομάδα της Λαμπρής ή Λαμπροβδομάδα.
Από τα Βυζαντινά ακόμα χρόνια οι χριστιανοί προετοιμάζονταν καιρό πριν για τις πασχαλινές γιορτές. Έβαφαν τα σπίτια τους, έστρωναν στο πάτωμα κλαδιά από αρωματικά φυτά, δάφνη, μυρσίνη, δεντρολίβανο, λεμονιά, έφτιαχναν καινούρια ρούχα, τα λαμπριάτικα.
Ανήμερα το Πάσχα όλοι αντάλλασσαν δώρα και ασπασμούς και εύχονταν “καλό Πάσχα”, ενώ τη νύχτα οι δρόμοι και τα σπίτια ήταν φωταγωγημένα.
Τουρκοκρατία και Πάσχα
Τον καιρό της τουρκοκρατίας το Πάσχα είχε εντελώς ιδιαίτερη σημασία για τους Έλληνες. Μαζί με τα Πάθη του Χριστού και την Ανάσταση , ζωντάνευαν και τα πάθη του λαού και μεγάλωναν οι ελπίδες για την Ανάσταση του Γένους.
Η βδομάδα των Παθών είναι η Μεγάλη Βδομάδα γιατί μεγάλα είναι κι αυτά που θα συμβούν.
“Μεγάλη Δευτέρα, μεγάλη μέρα.
Μεγάλη Τρίτη, μεγάλη κρίση.
Μεγάλη Τετάρτη, μεγάλο σκοτάδι.
Μεγάλη Πέφτη, δάκρυο πέφτει.
Μεγάλη Παρασκευή, θλίψη πολλή.
Μεγάλο Σαββάτο, χαρές γιομάτο.
Μεγάλη Λαμπρή, χάσκα μούσκα αυγό κι αρνί.” λένε στην Κεφαλονιά.
Περιμένοντας την Ανάσταση
Τη Μεγάλη Δευτέρα αρχίζει η πιο αυστηρή νηστεία.
Στην Καστοριά, τη Μεγάλη Δευτέρα, τη Μεγάλη Τρίτη και τη Μεγάλη Τετάρτη δεν έτρωγαν τίποτα, μόνο λίγο νερό έπιναν, κυρίως οι κοπέλες, γιατί πίστευαν πως της νηστικής καρδιάς πιάνει η ευχή και έτσι θα έβρισκαν γαμπρό.
Στην Πάρο, όλη τη Μεγάλη Βδομάδα, οι καμπάνες πενθούσαν. “Χήρευαν”. Ο κράχτης καλούσε τους πιστούς στην εκκλησία. Κάθε δουλειά έπρεπε να σταματήσει. Ακόμα και τον αργαλειό ξέλυναν, “τον ξέκαμναν” μια και ο Χριστός ήταν Σταυρωμένος. Μόνο ο καθαρισμός των σπιτιών επιτρεπόταν και η προετοιμασία για όλα τα απαραίτητα του Πάσχα.
Τη Μεγάλη Τετάρτη παρασκεύαζαν τη νέα ζύμη, το προζύμι της χρονιάς. Στις γειτονιές της Αθήνας μάλιστα η εκκλησάρισσα πήγαινε από σπίτι σε σπίτι, μάζευε αλεύρι και το ζύμωνε χωρίς προζύμι.
Το πήγαινε στον παπά και εκείνος ακουμπούσε πάνω του το σταυρό με το Τίμιο Ξύλο και το αλεύρι ανέβαινε. Αυτό θα ήταν το προζύμι της χρονιάς. Η εκκλησάρισσα μοίραζε από λίγο σε κάθε σπίτι.
Τα έθιμα τη Μεγάλης Βδομάδας ξεκινούσαν κυρίως τη Μεγάλη Πέμπτη.
Τα κόκκινα αυγά του Πάσχα
Το αυγό, πανάρχαιο σύμβολο της γένεσης του κόσμου, της γέννησης της ζωής, το συναντάμε σε πολλές λατρείες, τόσο πρωτόγονες, όσο και περισσότερο εξελιγμένες. Είναι στη λαϊκή και μυθολογική φαντασία το σύμβολο της ζωής.
Έχει μέσα του δύναμη ζωική και πίστευαν πως μπορούσε να την μεταδώσει στους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά.
Μερικοί υποθέτουν ότι τα κόκκινα αυγά του Πάσχα, διαδόθηκαν στην Ευρώπη, την Ασία και την Κίνα από ένα έθιμο των Καλανδών.
Αλλοι θεωρούν αρχική κοιτίδα τους την Αίγυπτο.
Στη νύχτα του κόσμου ένα αυγό άνοιξε στα δύο και από μέσα του βγήκε ο κόσμος, διηγούνται οι Πέρσες.
Στο έπος των Φιλανδών «Καλεβάλα», το αυγό που περιείχε τον κόσμο, έπεσε από τον ουρανό στην αγκαλιά της μάνας των νερών.
Αλλού, το κοσμικό αυγό γονιμοποιείται από τον ήλιο, και στην αρχαία Αίγυπτο, το αυγό, ως Λόγος Δημιουργός, ταξιδεύει στην προαιώνια θάλασσα.
Στην Κίνα συνηθίζονταν οι προσφορές αυγών την Άνοιξη για γονιμότητα και αναγέννηση. Στην πανάρχαια Ουρ της Μεσοποταμίας, προσφέρανε αυγά στους νεκρούς.
Στην ελληνική αρχαιότητα αποθέτανε αυγά στα χέρια ειδωλίων του Διονύσου ως σύμβολα αναγέννησης.
Στην ελληνική μυθολογία η Λήδα, από την ένωσή της με τον Δία, γέννησε ένα αυγό από όπου αναδύθηκαν οι Διόσκουροι.
Στους Εβραίους, τα αυγά ήταν τροφή πένθους. Τροφή που δεν είχε ολοκληρωθεί ως ζωή.
Στα λαϊκά παραμύθια, μέσα σε ένα αυγό, καλά φυλαγμένο, κρύβεται η ζωή ενός γίγαντα ή ήρωα.
Τα χρωματιστά αυγά και ιδιαίτερα τα κόκκινα μνημονεύονται για γιορταστικούς σκοπούς, στην Κίνα ήδη από τον 5ο αιώνα και στην Αίγυπτο από το 10ο.
Το 17ο αιώνα τα βρίσκουμε τόσο στους Χριστιανούς όσο και στους Μωαμεθανούς (Μεσοποταμία, Συρία).
Για τους πρώτους Χριστιανούς το αυγό είναι το σύμβολο της Ανάστασης του Χριστού.
Στο Μεσαίωνα, βάφονταν αυγά για να δοθούν σαν δώρα το Πάσχα.
Κατά τον 17ο αιώνα, ο Πάπας Παύλος ο 5ος ευλόγησε το ταπεινό αυγό με δέηση.
Γιατί βάφονται κόκκινα τα αυγά της Ανάστασης;
Η παράδοση λέει πως:
“Όταν είπαν πως αναστήθηκε ο Χριστός, κανείς δεν το πίστευε.
Μια γυναίκα, που κρατούσε στο καλάθι της αυγά, φώναξε:
“Μπορεί από άσπρα να γίνουν κόκκινα;” Και, ω του θαύματος έγιναν!”
Πασχαλινά αυγά με Χρώμα κόκκινο
Μερικοί πιστεύουν ότι τα αυγά βάφονται κόκκινα σε ανάμνηση του αίματος του Χριστού, που χύθηκε για εμάς τους ανθρώπους.
Κόκκινο είναι και το χρώμα της χαράς. Χαράς για την Ανάσταση του Χριστού.
Είναι παράλληλα όμως και χρώμα αποτρεπτικό. Κόκκινες βελέντζες και κόκκινα μαντίλια κρεμούσαν τη Μεγάλη Πέμπτη στην Καστοριά οι γυναίκες για το καλό.
Κόκκινο πανί έβαφαν μαζί με τα αυγά τους στη Μεσημβρία και το κρεμούσαν στο παράθυρο για σαράντα μέρες, για να μην τους πιάνει το μάτι.
Το βάψιμο των αυγών γινόταν τη Μεγάλη Πέμπτη γι αυτό και τη λέγαν Κόκκινη Πέφτη ή Κοκκινοπέφτη.
Παλιότερα το συνήθιζαν κι αποβραδίς, πάντοτε τα μεσάνυχτα, με το ξεκίνημα της νέας μέρας.
Καινούρια πρέπει να ήταν η κατσαρόλα που θα έβαφαν τα αυγά και ο αριθμός τους ορισμένος και τη μπογιά τη φύλαγαν σαράντα μέρες και δεν την έχυναν, ακόμα και τότε, έξω από το σπίτι.
Τα χρώματα για τα αυγά τα έφτιαχναν από διάφορα φυτά
Από φλούδες κρεμμυδιών γινόταν το μελί, από άχυρο ή από φύλλα αμυγδαλιάς το κίτρινο, το ανοικτό κόκκινο από παπαρούνες, από μαϊντανό πράσινο, από ζαφορά το κίτρινο και από βιολέτες το μοβ.
Επίσης για το βάψιμο των αυγών χρησιμοποιούσαν το βάρτζι, ένα είδος κόκκινου ξύλου.
Το κόκκινο όμως χρώμα ήταν και είναι πάντα το πιο αγαπημένο χρώμα για τα Πασχαλινά αυγά.
Φυσικές χαλκομανίες
Τα παλιότερα χρόνια διάλεγαν φύλλα από φυτά και λουλούδια και έβαζαν από ένα πάνω σε κάθε αυγό. Στη συνέχεια, τύλιγαν τριγύρω μια παλιά κάλτσα, την οποία στερέωναν με μια κλωστή και έβαφαν τα Πασχαλινά αυγά.
Το πρώτο Βαμένο κόκκινο αυγό
Το πρώτο αυγό που έβαφαν ήταν της Παναγίας και το έβαζαν στο εικονοστάσι.
Με αυτό σταύρωναν τα παιδιά από το κακό το μάτι.
Τα ευαγγελισμένα αυγά
Σε μερικά μέρη έβαζαν σε ένα κουτάκι τόσα αυγά όσα ήταν τα μέλη της οικογένειας και τα πήγαιναν το βράδυ στην εκκλησία, για να διαβαστούν στα 12 Ευαγγέλια. Τα άφηναν κάτω από την Αγία Τράπεζα ως την Ανάσταση και τότε καθεμιά έπαιρνε τα δικά της.
Αυτά τα αυγά ήταν “ευαγγελισμένα” και τα τσόφλια τους τα παράχωναν στους κήπους και τις ρίζες των δέντρων για να καρπίσουν. Παρόμοια τύχη είχαν και τα αυγά που έκαναν οι κότες τη Μεγάλη Πέμπτη. Άμα η κότα ήταν μαύρη, ακόμα καλύτερα. Είχαν θαυμαστές ιδιότητες και μπορούσαν να διώξουν κάθε κακό. Τα αυγά τα Μεγαλοπεφτιάτικα περνούσαν τον πονόλαιμο, φύλαγαν το αμπέλι από το χαλάζι, έδιωχναν μακριά το σκαθάρι.
Τα “ξομπλωτά” ή “κεντημένα” αυγά
Οι γυναίκες και τα κορίτσια στόλιζαν τα αυγά, τα “έγραφαν”, τα “κεντούσαν”.
Πάνω στα άσπρα αυγά έγραφαν με λειωμένο κερί ευχές, σχεδίαζαν σκηνές από τη ζωή του Χριστού, πουλιά κ.ά. Έριχναν μετά τα αυγά στην κόκκινη μπογιά και μέχρι να λειώσει το κερί έμεναν τα γράμματα και τα σχέδια άσπρα.
Τα “ξομπλωτά” ή “κεντημένα” αυγά, που τα λέγαν στη Μακεδονία και “πέρδικες”,
μια και συχνά είχαν πάνω τους πουλιά, ή ίσως και γιατί ξεχώριζαν, όπως κι οι πέρδικες, για την ομορφιά τους, θύμιζαν συχνά μικρογραφίες. Το ένα ήταν καλύτερο από το άλλο.
Αυτά έστελναν δώρο οι αρραβωνιασμένες στο γαμπρό και οι βαφτισιμιές στους νονούς και τις νονές τους, σε όλα τα αγαπημένα πρόσωπα. Άλλοτε πάλι τα κορίτσια πρόσθεταν στα αυγά φτερά από χρωματιστό χαρτί, ουρά και μύτη από ζυμάρι και τα κρεμούσαν στο ταβάνι, έτοιμα να πετάξουν.
Τα Δώδεκα Ευαγγέλια
Η Μ. Πέμπτη είναι η ημέρα του Μυστικού Δείπνου.
Tο πρωί γίνεται η Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και λέγεται για τους πιστούς ότι είναι καλό να λάβουν τη μέρα αυτή τη θεία κοινωνία. Το ύψωμα της Μεγάλης Πέμπτης οι γυναίκες το βάζουν σε ένα σακουλάκι που έχει μέσα λουλούδια και το φυλάγουν πίσω από τα εικονίσματα για θεραπευτικές χρήσεις.
Τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης, στα Δώδεκα Ευαγγέλια, φέρνουν κουλουράκια για τους ζωντανούς, στη Δυτική Μακεδονία και μετά την εκκλησία τα μοιράζουν στον κόσμο.
Η νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης, θεωρείται κυρίως από τις γυναίκες, ως η ιδανικότερη στιγμή για τον αγιασμό ειδών καθημερινής χρήσης, για την τέλεση μαγγανειών για την αποτροπή ασθενειών και για την παρασκευή φυλαχτών.
Στη Ρόδο, στα Δώδεκα Ευαγγέλια, με χοντρούς κορμούς πεύκων ανάβουν φωτιές και τα παιδιά πηδούν και καίνε το “μάρτη” τους.
Οι γυναίκες, στην Κεφαλονιά, βάζουν στη μέση τους μια λουρίδα και μετά από κάθε Ευαγγέλιο δένουν και από έναν κόμπο παρακαλώντας να γίνει μέσα στη χρονιά ό,τι ποθούν.
Κάθε οικογένεια, στα περισσότερα μέρη, φέρνει στην εκκλησία για να αγιαστούν τα πιο πολύτιμα πράγματα του σπιτιού: ψωμί, αλάτι, αυγά, νερό σε μπουκάλια κ.ά.
Έπειτα από κάθε Ευαγγέλιο, στην Αγιασό στη Λέσβο, έφτιαχναν με το κερί ένα σταυρό και μετά την εκκλησία κόλλαγαν τα 12 σταυρουδάκια στο σπίτι, σε διάφορα σημεία, για να ψοφάνε οι κοριοί και οι ψύλλοι.
Για φυλακτό έχουν το κερί που μένει άκαυτο, στη Σπάρτη. Όταν μπουμπουνίζει και αστράφτει το ανάβουν για να μην τους πέσει αστροπελέκι.
Στη Λήμνο, στη βάση που ακουμπάει ο παπάς το Ευαγγέλιο οι μητέρες κρεμούσαν τα τσεμπέρια των παιδιών τους για να είναι γερά. Eπίσης , στην ανάγνωση των Δώδεκα Ευαγγελίων, οι πιστοί τοποθετούσαν κάτω από την Αγια Τράπεζα μπουκάλια με νερό και τα ‘επαιρναν μόνο τη Λαμπρή. Πλέναν τους ασθενείς με αυτό το νερό και τους σαραντίζαν, δηλαδή τους ράντιζαν 40 φορές με ένα κλωνί βασιλικό. Το ίδιο κάναν και στα ζώα.
Ακόμα και τις κασέλες άνοιγαν στο Γύθειο, γιατί πίστευαν πως θα εξαφανιστούν τα ποντίκια.
Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης, οι γυναίκες αγρυπνούν στην εκκλησία και μοιρολογούν το Χριστό:
“Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερα κόσμος θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων βασιλέα,…”
Σε μερικά μέρη τη Μεγάλη Πέμπτη ετοιμάζουν τον Ιούδα.
Από παλιά ρούχα φτιάχνουν το ομοίωμα του και το περιφέρουν από σπίτι σε σπίτι ζητώντας “καψίδια”. Κάθε νοικοκυρά δίνει ό,τι της βρίσκεται. Κληματόβεργες, λινάτσες ή του ρίχνει πετρέλαιο.
“Ράτσα, κεράτσα
δώσ’ μια κληματσίδα
να κάψουμε τον Οβριγιό
πόχει πολλή κασσίδα,
Οβριγιός φορεί φτερό
στο κεφάλι τ’ το ξερό…” τραγουδούν τα παιδιά.
Τον Ιούδα τον καίνε τη Μεγάλη Παρασκευή, αλλού πάλι ανήμερα το Πάσχα, τη Δεύτερη μέρα του Πάσχα, καμιά φορά και την Τρίτη.
Στη Μονή της Πάτμου, το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης, γίνεται στο ύπαιθρο αναπαράσταση του ιερού νιπτήρα και της προσευχής του Κυρίου στο Όρος των Ελαιών.
Το βράδυ, την ώρα της ανάγνωσης των Δώδεκα Ευαγγελίων, ανάβουν φωτιά, απομίμηση της φωτιάς στην αυλή του Καϊάφα, όπου ήταν παρών ο Απόστολος Πέτρος.
Η Ανάσταση του Ιησού
Ξημερώματα του Μεγάλου Σαββάτου οι εκκλησίες στολίζονται με δαφνόφυλλα.
Μόλις ο παπάς πει: “Ανάστα ο θεός κρίναι την γην” αρχίζει να τα σκορπίζει στην εκκλησία.
Κι ενώ οι γυναίκες μαζεύουν τα δαφνόφυλλα -με αυτά θα διώχνουν τα ποντίκια-, οι καμπάνες χτυπάνε με δύναμη.
Στην Κορώνη, όσοι δεν έχουν όπλα, σπάνε ένα τσουκάλι “προς χαράν του Χριστού και πομπή των Οβραίωνε”. Με το θόρυβο θέλουν να φοβίσουν και να διώξουν τους δαίμονες, για να μην αντιδράσουν στην Ανάσταση του Χριστού.
Αμέσως μετά την εκκλησία η νοικοκυρά ζυμώνει την κουλούρα της λαμπρής και ο άντρας αναλαμβάνει το σφάξιμο του αρνιού.
Ο “πασκάτης ή λαμπριώτης αμνός” έπρεπε να είναι αρσενικός και άσπρος. Με το αίμα του σταύρωναν την πόρτα του σπιτιού, όπως ήταν και το εβραϊκό έθιμο, αλλά και τα μάγουλα των παιδιών.
Εκείνη τη μέρα στέλνονταν και τα δώρα στην πεθερά, στη μνηστή, στη μητέρα. Το τσουρέκι, το κερί, τα αυγά, τα κουλούρια, ένα τσεμπέρι, μια ποδιά.
Το πασχαλιάτικο κερί της αρραβωνιαστικιάς, στην Κύμη, θα ζύγιζε περίπου μιάμιση οκά. Ήταν πολύ μακρύ και χειροποίητο. Το τύλιγαν σαν τον πάτο ενός καλαθιού και άφηναν το φυτίλι όρθιο στο κέντρο.
Πάνω στον πάτο του κεριού, κάρφωναν φλουριά χρυσά ή ψεύτικα, ανάλογα με τα “έχειτα” του αρραβωνιαστικού, το σκέπαζαν και με διάφανο άσπρο πέπλο -να βλέπει και ο κόσμος τα φλουριά- και η αρραβωνιαστικιά πήγαινε με αυτό στην εκκλησία, στην Ανάσταση και την άλλη μέρα, στην Αγάπη. Και δεν έπρεπε να το χαλάσει, μέχρι το γάμο της.
Απλωμένα στο προσκέφαλο τα ολοκαίνουρια ρούχα της οικογένειας περίμεναν το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου και λίγο πριν χτυπήσουν οι καμπάνες τα φόραγαν και ξεκινούσαν όλοι για την εκκλησία.
Οι νοικοκυρές, στην Ύδρα, λίγο πριν φύγουν, σήκωναν τις κλώσες από τα αυγά τους για να μην δουλεύουν κι αυτές την ώρα της Ανάστασης. “Δεύτε λάβετε φως” και με τις άσπρες τους λαμπάδες παίρνουν το Άγιο Φως.
Στα Καλάβρυτα, μάλιστα, τη λαμπάδα τους την ανάβουν κατά οικογένειες και στην Αθήνα τα κορίτσια έπαιρναν φως μόνο από άντρα, για να παντρευτούν.
Μόλις ακουστεί το “Χριστός Ανέστη” γίνεται πανδαιμόνιο.
“Το καταπέτασμα του ναού εσκίσθη εις δύο… και η γη εσείσθη…” λέει το Ευαγγέλιο και
στην Χίο χτυπούν τα στασίδια, στην Κέρκυρα πετάνε από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια πήλινα δοχεία, όλοι ανταλλάσσουν ασπασμούς και τσουγκρίζουν τα αυγά τους.
Μόλις γίνει η Ανάσταση, στην ύπαιθρο πάντα, οι πόρτες της εκκλησίας κλείνουν και ο νεωκόρος, που βρίσκεται πίσω τους, παριστάνει το διάβολο ή τον Άδη.
Έξω από την πόρτα ο παπάς φωνάζει: “Άρατε πύλας!”
Από μέσα ρωτάει ο νεωκόρος: “Ποιος είσαι;”
“Άρχων ισχυρός” του απαντάει και χτυπάει την πόρτα με το πόδι του, μπαίνει μέσα στην εκκλησία, κρατώντας το Άγιο Φως και διώχνει με αυτό τον τρόπο το διάβολο.
Σε μερικά μέρη το έθιμο γίνεται την επομένη, στην Αγάπη.
Γυρίζοντας από την Ανάσταση στο σπίτι, σταυρώνουν με το Άγιο Φως το ανώφλι της εξώπορτας και ανάβουν το καντήλι και η φλόγα του δεν πρέπει να σβήσει, για 40 ολόκληρες μέρες. Με το αναστάσιμο φως καίνε λίγο τα δέντρα που δεν καρπίζουν και τσουρουφλίζουν τα ζωντανά που δεν γεννάνε και το λαμπροκέρι το φυλάνε για το ξεμάτιασμα, τις αρρώστιες, το χαλάζι και τις τρικυμίες.
Στρώνεται το τραπέζι: μαγειρίτσα, σαλάτα με σαρδέλες, γαλατόπιτα, τυρόπιτα, ψητό της κατσαρόλας. Πρώτα-πρώτα όμως θα τσουγκρίσουν τα αυγά.
Τη συνήθεια αυτή βρίσκουμε στους Βυζαντινούς, ήδη από το 13ο αιώνα.
“Με τ’ αυγό να τ’ ανοίξω” έλεγαν, έτρωγαν το αυγό τους και ξεκίναγαν το φαγητό.
Σε μερικά μέρη τρεις μέρες δεν σήκωναν το τραπέζι και τα ψίχουλα τα έριχναν στα αμπέλια για να έχουν πολύ καρπό.
Ανήμερα το Πάσχα ψήνεται το αρνί στη σούβλα, πολλοί όμως το συνηθίζουν στο φούρνο, γεμιστό με ρύζι, κουκουνάρια και σταφίδες.
Στο ψημένο αρνί ο νοικοκύρης ψάχνει σημάδια στην ωμοπλάτη και βγάζει μαντεύματα για το σπιτικό του και την πατρίδα.
Λένε όμως ότι το αρνί για να δείξει σημάδια πρέπει τουλάχιστον δυο βράδια πριν να έχει κοιμηθεί μέσα στο σπίτι.
Το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα γίνεται η Δεύτερη Ανάσταση. Η Αγάπη.
Για την αγάπη των ανθρώπων σταυρώθηκε ο Χριστός, γι αυτό και το Ευαγγέλιο διαβάζεται σε δώδεκα γλώσσες, συμβολίζοντας την ενότητα των εθνών.
“Το φίλημα της αγάπης” ανταλλάσσουν όλοι οι πιστοί, ενώ ο παπάς τους μοιράζει από ένα κόκκινο αυγό.
Στην “αγάπη” παλιότερα, όσοι ήθελαν, έδιναν όρκο μπροστά στο Ευαγγέλιο και γίνονταν αδελφοποιοί. Έδεναν δηλαδή τη φιλία τους με αδελφική αγάπη.
Τη γιορτή του Πάσχα συμπληρώνουν χοροί, αγώνες και κούνιες.
Αμέσως μετά την Αγάπη, στον περίβολο του ναού, στήνεται ο χορός, με πρώτο-πρώτο τον παπά και μετά τους πιστούς, κατά σειρά ηλικίας. Όλοι ντυμένοι με τις γιορτινές τους φορεσιές χόρευαν και τραγουδούσαν.
Τα παλικάρια συναγωνίζονταν στο πήδημα, το τρέξιμο, το λιθάρι, στην άρση των Βαρών -κανένα σακί δηλαδή καλαμπόκι ή κανένα βαρελάκι με νερό- στη διελκυστίνδα (πιάνονταν ο ένας πίσω από τον άλλο, σε δυο σειρές, και προσπαθούσαν να τραβήξουν οι μεν τους δε).
Και τα βραβεία των νικητών; Μαντίλια κεντημένα, για τις γυναίκες και τις ρραβωνιαστικιές, λαμπριάτικες κουλούρες, ένα αρνί, μια μυζήθρα ή το κρασί της μέρας. Και από κοντά τα παιδιά, που δεν ήξεραν πού να πρωτοβρεθούν. Στους χορούς, στους αγώνες ή στις κούνιες που δένονταν λίγο πιο πέρα.
Οι κούνιες ήταν συνέχεια της “αιώρας” των Παρθένων στα “Ανθεστήρια”, γιορτή στην αρχαιότητα για την άνοιξη και τα λουλούδια. Με γέλια και τραγούδια έκαναν κούνια πρώτα τα κορίτσια και μετά τα αγόρια. Έθιμο με μαγικό χαρακτήρα στην αρχή, οι κούνιες, που απέβλεπε στην ευφορία, έγινε πηγή χαράς και διασκέδασης για όλους και τα τραγούδια της κούνιας αντιλαλούσαν από άκρη σε άκρη:
“Κουνήσετε τις έμορφες, κουνήσετε τις άσπρες,
κουνήσετε τις λεμονιές, πού ‘ναι ανθούς γεμάτες.”
Από paidika.gr
Ακολουθήστε το Νέα Μουδανιά Blog στο Google News και μάθετε πρώτοι
όλες τις ειδήσεις της Χαλκιδικής