Ποίημα του Ισίδωρου Καρδερίνη με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Οδυσσέα Ελύτη.
Ωδή στον Οδυσσέα Ελύτη
Ω του Αιγαίου μας ποιητή
Στο Ηράκλειο της Κρήτης
Στου Ψηλορείτη την κορφή
Είδες την πρώτη ανατολή.
Άξιον εστί η γέννησή σου
Μες στη φθινοπωρινή εποχή
Άνθιζε πλέρια η ψυχή σου
Και των λουλουδιών η πνοή.
Μα στης Λέσβου την καρδιά
Παλλόταν η δική σου η γενιά
Και στο πατρικό σου σπίτι
Του ήλιου η λαμπερή ματιά.
Άξιον εστί το πέρασμά σου
Απ’ αυτόν τον Μέγα κόσμο
Άφησες τ’ άσβεστα ίχνη σου
Με ρόδα λευκά και δυόσμο.
Του Νόμπελ εσύ κατακτητής
Με ποιήματα γεμάτα φως
Με τα οποία τέρπεται ο λαός
Και γαλανίζει ο ουρανός.
Άξιον έστι το πνεύμα σου
Που ευωδιάζει ως τη σελήνη
Πρωτοποριακή η πένα σου
Σαν χειμαρρώδη κρήνη.
Των θαλασσών μας η ωδή
Παντοτινά εσένα θα δοξάζει
Και της Ελλάδας η φωνή
Το όνομά σου θα κραυγάζει.
Βιογραφικό σημείωμα
Ο Ισίδωρος Καρδερίνης γεννήθηκε στο Χαϊδάρι το 1967. Είναι μυθιστοριογράφος, ποιητής και αρθρογράφος. Έχει σπουδάσει οικονομικές επιστήμες και έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στην τουριστική οικονομία. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες, περιοδικά και sites σε όλο τον κόσμο. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά και έχουν δημοσιευθεί σε ποιητικές ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικά βιβλία και τρία μυθιστορήματα. Βιβλία του έχουν εκδοθεί στις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία, την Ιταλία και την Ισπανία.
Ο Οδυσσέας Ελύτης μας «άφησε» στις 18 Μαρτίου το 1996 στην Αθήνα, δεν μείναμε όμως μόνοι, γιατί ακριβώς η ποίηση είναι ένας χώρος «όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση», άρα ούτε και η δύναμη του χρόνου.
Οδυσσέας Ελύτης, 25 χρόνια από τον θάνατό του
Ο Οδυσσέας Ελύτης μας «άφησε» στις 18 Μαρτίου το 1996 στην Αθήνα, δεν μείναμε όμως μόνοι, γιατί ακριβώς η ποίηση είναι ένας χώρος «όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση», άρα ούτε και η δύναμη του χρόνου.
Σημαντικοί σταθμοί στη ζωή του
Ο Οδυσσέας Ελύτης, τον Δεκέμβριο του 1939, όταν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ξεσπάσει, θα εκδώσει σε 300 αντίτυπα την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο “Προσανατολισμοί”. Το 1940 η οικογένεια Αλεπουδέλη μετακομίζει στην οδό Ιθάκης 31 και την ίδια χρονιά ο Σάμουελ Μπο-Μποβί μεταφράζει τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη στα γαλλικά.
Με την έκρηξη του πολέμου της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ελύτης επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και ο παγωμένος χειμώνας τον βρίσκει στην πρώτη γραμμή του πυρός όπου προωθείται με το λόχο του εντός του αλβανικού εδάφους. Στις αρχές του 1941 παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται σε κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Γλυτώνει τον θάνατο ως εκ θαύματος και μεταφέρεται στην Αθήνα. Η βραδεία του ανάρρωση συμπίπτει με την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την μετέπειτα κατοχή.
Το 1943 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική του συλλογή «Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις παραλλαγές πάνω σε μιαν αχτίδα» την οποία πολλοί παραλληλίζουν με την «Αμοργό» του Γκάτσου και τον “Μπολιβάρ” του Εγγονόπουλου, που κυκλοφορούν την ίδια χρονιά.
Ένα χρόνο μετά συνεργάζεται με το περιοδικό “Τετράδιο”. Δημοσιεύει μεταφράσεις ποιημάτων του Λόρκα κι ένα δικό του έργο, την ελεγεία Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Την ίδια χρονιά, με εισήγηση του Γιώργου Σεφέρη, τοποθετείται διευθυντής προγράμματος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), θέση από την οποία παραιτείται μετά από λίγο. Την περίοδο αυτή ασχολείται με τη ζωγραφική, που ήταν μια παλιά του απασχόληση, συμπληρωματική της ποίησης του.
Το 1948 φεύγει από την Ελλάδα, που δοκιμάζεται από τον Εμφύλιο Πόλεμο, για την Ελβετία και από εκεί στο Παρίσι, όπου εγκαθίσταται. Εκεί γνωρίζεται με την πρωτοπορία της γαλλικής διανόησης (Μπρετόν, Ελιάρ, Τζαρά, Καμί) και έρχεται σε επαφή με εικαστικούς καλλιτέχνες, όπως οι Πικάσο, Ματίς, Σαγκάλ και Τζιακομέτι. Το 1950 επισκέπτεται την Ισπανία και στο τέλος του ίδιου χρόνου εγκαθίσταται στο Λονδίνο, όπου συνεργάζεται με το BBC.
Το 1952 επιστρέφει στην Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο επανακάμπτει στο ΕΙΡ ως διευθυντής προγράμματος, θέση που θα κρατήσει για ένα μονάχα χρόνο. Το 1959 κυκλοφορεί το Άξιον Εστί, μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο αυτό του Ελύτη θα γνωρίσει πλατιά αναγνώριση και θα γίνει «κτήμα του λαού», όταν θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964.
Το 1967, το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου τον βρίσκει να μεταφράζει αποσπάσματα της Σαπφούς, στη νέα του κατοικία επί της οδού Σκουφά 23. Το 1969 φεύγει για δεύτερη φορά από την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Παρίσι, όπου θα παραμείνει έως το 1971, οπότε επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα.
Μετά την πτώση της δικτατορίας, διορίζεται πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Ι.Ρ.Τ. και μέλος για δεύτερη φορά του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου (1974 – 1977). Παρά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας να συμπεριληφθεί στο ψηφοδέλτιο των βουλευτών Επικρατείας, ο Ελύτης αρνείται, παραμένοντας πιστός στην αρχή του να μην αναμιγνύεται ενεργά στην πολιτική πρακτική. Το 1977 αρνείται, επίσης, την αναγόρευσή του ως Ακαδημαϊκού.
Τα επόμενα χρόνια είναι ιδιαιτέρως δημιουργικά για τον Οδυσσέα Ελύτη και κινούνται στο τρίπτυχο της ποίησης, του δοκιμίου και της μετάφρασης με τις τιμητικές διακρίσεις «βροχή» στην Ελλάδα και διεθνώς . Ο Οδυσσέας Ελύτης θα «φύγει» από τη ζωή στις 18 Μαρτίου 1996 από ανακοπή καρδίας σε ηλικία 85 ετών στο σπίτι του στο κέντρο της Αθήνας.
