• Αρχική Σελίδα
  • Ταυτότητα
  • Ειδήσεις της Χαλκιδικής
  • Όλες οι Ειδήσεις
  • Επικοινωνία
Νέα Μουδανιά Blog
  • Χαλκιδική
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Ψυχαγωγία
  • Περιβάλλον
  • Πολιτισμός
  • Τουρισμός
Κανένα αποτέλεσμα
Δείτε όλα τα αποτελέσματα
Νέα Μουδανιά Blog
  • Χαλκιδική
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Ψυχαγωγία
  • Περιβάλλον
  • Πολιτισμός
  • Τουρισμός
Κανένα αποτέλεσμα
Δείτε όλα τα αποτελέσματα
Νέα Μουδανιά Blog
Κανένα αποτέλεσμα
Δείτε όλα τα αποτελέσματα

Προσκύνημα στη Μεγάλη Παναγία Χαλκιδικής (φώτο)

admin Από admin
14 Αυγούστου, 2020
Σε Featured, Κοινωνία, Χαλκιδική
16
SHARES
252
VIEWS
FacebookTwitterReddit
arzoumanidis | armacom.gr arzoumanidis | armacom.gr arzoumanidis | armacom.gr

Κείμενο από τα χειρόγραφα τετράδια του αείμνηστου Αλκιβιάδη Κούμαρου, “Αρχείο Κυττάρου” . Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 15, σελ. 26.

Το λεωφορείο συμπληρώθηκε, 45 γυναίκες, λίγοι άνδρες και ο παπάς της ενορίας, πάμε για την Μεγάλη Παναγία. Το αμάξι ξεκίνησε ο παπάς άρχισε μια προσευχή και κάτι τροπάρια. Όλες οι κυρίες ακολούθησαν την ψαλμωδία και σταυροκοπιούνταν συνέχεια. Περάσαμε από το Γομάτι, από κάτι όμορφα τοπία και μετά από λίγο φτάσαμε στο χωριό Μεγάλη Παναγία, ένα παραδοσιακό παλιό χωριό.
Περάσαμε κάτι στενούς δρόμους. Βγαίνοντας από το χωριό περάσαμε από ένα ρέμα δεξιά από ένα παλιό πέτρινο γεφύρι. Με το δρόμο που ακολουθήσαμε για να φτάσουμε στο Ναό, δεξιά μας είχε όλο μικρά μπαξεδάκια με διάφορα λαχανικά, καρυδιές και άλλα δέντρα, ένα πράσινο τοπίο όμορφο , που σου έδειχνε την ομορφιά του βουνού. Σε λίγο το αμάξι σταμάτησε, λίγο πιο κάτω από το Ναό της Παναγίας. Εκεί βρήκαμε και άλλα λεωφορεία. Κατεβήκαμε και προχωρήσαμε με τον παπά μπροστά προς την εκκλησία. Πολύς κόσμος μέσα κι έξω.
Η εκκλησία ήταν γεμάτη, προχώρησα κι εγώ μαζί με τους άλλους· με δυσκολία βρέθηκα μπρος στο παγκάρι. Δύο κύριοι στεκόταν από το μέσα μέρος και ξεπηρετούσαν τον κόσμο, τα κεριά φεύγαν γρήγορα από τη θέση τους και μπαίναν άλλα. Το χρήμα έμπαινε στο παγκάρι από τις μικρές θυρίδες. Όλα τα κεριά τα άναβαν σε ένα μανουάλι που ήταν δίπλα σε μία εικόνα της Παναγίας. Όποιος άναβε το κερί φιλούσε το εικόνισμα και προχωρούσε στο εσωτερικό της εκκλησίας. Μία γυναίκα στεκόταν δίπλα στο μανουάλι και μάζευε τα αναμμένα κεριά, τα βουτούσε σ’ένα δοχείο με νερό και τα πετούσε σ’ένα κοφίνι. Σ’αυτά που έβγαζε, στη θέση τους βάζαν άλλα. Όπως κάμαν οι άλλοι ,το ίδιο έκαμα κι εγώ. Άναψα ένα κερί, προσκύνησα την εικόνα της Παναγίας και προχώρησα στο εσωτερικό του Ναού.
Ο δεσπότης στεκόταν όρθιος στο δεσποτικό κρατώντας την ιερή ράβδο με τη Μήτρα την χρυσή στο κεφάλι και με το δεξί χέρι ευλογούσε όσους του φιλούσαν το χέρι. Προχώρησα μήπως και βρω καμιά αδειανή θέση να καθίσω· όλες ήταν πιασμένες. Πέρασα μπρος απ’την ωραία πύλη, χαιρέτησα την εικόνα της Παναγίας και βγήκα έξω από την εκκλησία.
Προχώρησα πιο πέρα και κάθισα σ’ένα παγκάκι. Μπροστά μου είχα όλο το τοπίο. Πόσο άλλαξε από τότε! Όταν πρωτόρθα εδώ πριν από 75 χρόνια ,όταν ήμουν 7 χρονών παιδί και ήρθαμε εδώ στα Αρβενίκια με τον πατέρα μου και τη μάνα μου, στο πανηγύρι της Παναγίας στις 15 Αυγούστου!
Από τότε μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει. Μας ήρθαν σεισμοί, καταποντισμοί, λιμοί, πόλεμοι. Πολλοί χάθηκαν, έφυγε όλο το παλιό. Και μας ήρθε νέα βιομηχανία κι άλλαξε τα πάντα. Το μόνο παλιό που έμεινε ήταν η εκκλησία και ο ξενώνας. Οι μπουλντόζες ισοπέδωσαν μπρος απ’την εκκλησία και φτιάξαν ένα γήπεδο φραγμένο με συρμάτινο δίχτυ, φτιάξαν πέτρινους τοίχους και σκάλες για να ανεβαίνουν στον ξενώνα και άλλα πολλά κι έχασε εκείνο το φυσικό και παλιό τοπίο. Εκείνος ο τόπος μου ήρθε στο νου ,εκείνη η εποχή…….
“Έπαιζα με τους φίλους μου στην αυλή μας, είχαμε μια μπάλα φτιαγμένη από πανιά και παίζαμε ποδόσφαιρο, μονό τέρμα. Εγώ ήμουν μάλια (τέρμα), οι άλλοι σουτάριζαν και έτρεχα να πιάσω την μπάλα. Πολλές φορές ξάπλωνα. Το χώμα, η σκόνη κι ο ιδρώτας με κάμαν σαν αλευρωμένο ψάρι.
Σε λίγο άκουσα τη μάνα μου να με φωνάζει. Παράτησα τους φίλους μου και πήγα κοντά της. Μόλις με είδε, μου έβαλε τις φωνές: «Αν ήσουν γουρούνι θα ήσουν πιο καθαρός, θα βάλω ένα καζάνι νερό να ζεστάνω να σε βάλω μέσα να ξεβρομίσεις. Θα σε πλύνω ,θα σε αλλάξω και δε θα βγεις έξω. Αύριο θα σηκωθούμε πρωί, ο πατέρας σου, εγώ κι εσύ και θα πάμε στην Παναγία, στα Αρβενίκια στο παναϊρ. Το 15Αύγουστο θα πάει πολύς κόσμος και θέλω να είσαι καθαρός» Ένοιωσα μια χαρά, εκεί θα αγόραζα ζαχαρωτά και καμιά τσαμπούνα, θα κοιτούσα και άλλον κόσμο.
Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε πολύ πρωί. Η μάνα μου είχε ετοιμάσει ένα δισάκι με διάφορα πράματα ,πήρε δυο κουβέρτες και κάτι στρωσίδια. Ο πατέρας μου ετοίμασε το γαϊδουράκι. Φορτώσαμε όλα τα πράματα . Με βάλαν καβάλα πάνω στο γαϊδούρι και ξεκινήσαμε. Πήραμε έναν στενό χωματόδρομο και οι δυο πεζοί κι εγώ πάνω στο ζώο. Και ενώ ο ήλιος δεν είχε ακόμα βγει περάσαμε όλο τον ίσιο δρόμο κι αρχίσαμε μια ανηφόρα. ένα στενό γρανιτόδρομο με νεροφαγώματα.
Όταν ανεβήκαμε στην κορυφή του βουνού ονομαζόμενη “Γιούφτσα” άρχισε να βγαίνει ο ήλιος. Γύρω μου αντίκρισα ένα όμορφο τοπίο, τις δυο θάλασσες, το νησί της Αμμουλιανής και πέρα μακρυά το Άγιον Όρος και στην άκρη της χερσονήσου τον Άθωνα που έβγαινε μέσα από τη θάλασσα. Ο δρόμος τώρα ήταν πιο ίσιος . Σταματήσαμε για λίγο για ξεκούραση . Μετά ανέβηκε και η μάνα μου στο γαϊδουράκι και με πήρε στην αγκαλιά της και ξεκινήσαμε.
Προχωρώντας περάσαμε από ένα πευκοδάσος, κάτι μικρούς χειμάρρους και από εκεί πηγαίναμε για το Γομάτι. Στο δρόμο είδα κάτι μεγάλα δέντρα που ήταν δίπλα στο δρόμο να έχουν πάνω στον κορμό τους σκαλισμένους κάτι μεγάλους σταυρούς και στη μέση μια τρύπα. Ρώτησα τον πατέρα μου γιατί και μου είπε.«Όσοι κοιμήθηκαν κάτω από τον ίσκιο ερχόταν οι ζτρίγες (κακές νεράιδες) και τους παίρναν και τους γυρνούσαν πάνω από βράχους για να τους γκρεμίσουν ή τους πήγαιναν σε ποτάμια να τους πνίξουν, Τους γυρνούσαν πολλές ώρες και μετά την άλλη μέρα το πρωί τους πήγαιναν στο ίδιο μέρος και όταν τους βρίσκαν ήταν αναίσθητοι και μελανιασμένο όλο το σώμα τους. Τους βάζαν πάνω σε μια κουβέρτα και τους μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού. Εκεί ο παπάς διάβαζε κάτι προσευχές και τροπάρια για να τους συνεφέρει. Μόλις συνερχόταν λίγο τους μετέφεραν στα σπίτια τους. Εκεί με τις εντριβές που κάμαν μετά από μέρες μπορούσαν να περπατήσουν και να πουν τι πάθαν . Για όλα αυτά όταν κάμαν λιτανεία την Τρίτη μέρα του Πάσχα και γυρνούσαν στον κάμπο όλη μέρα ,σ’ όσα μεγάλα δέντρα βρισκόταν δίπλα στο δρόμο, κάμαν σταυρούς και στην τρύπα που άνοιγαν την γέμιζαν με αντίδωρο της Μεγάλης Πέμπτης. Και έτσι μπορούσε κανείς να κοιμάται χωρίς φόβο κάτω από αυτά τα δέντρα.»
Φτάσαμε έξω από το Γομάτι, σταματήσαμε και κατέβηκε από το γαϊδουράκι η μάνα μου. Ο πατέρας μου έπιασε το καπίστρι (χαλινάρι) και προχώρησε προς μέσα σε κάτι στενά σοκάκια του χωριού και σταμάτησε μπρος από ένα παλιό πέτρινο σπίτι. Χτύπησε την πόρτα, μια κοπέλα φάνηκε στο μπαλκόνι, άρχισε να φωνάζει : Μαϊού(μάνα) ήρτη ο Κωνσταντής. Η μεγάλη πόρτα από το κατώι άνοιξε και παρουσιάστηκε μια γιαγιά ασπρομάλλα, αγκάλιασε και φίλησε τον πατέρα μου, μετά τη μάνα μου. Ύστερα ήρθε η σειρά μου. Ο πατέρας μου έβαλε το γαϊδουράκι μέσα στο κατώι και εμείς ανεβήκαμε μια ξύλινη σκάλα και μας βάλαν στον οντά( σαλόνι) ,καθίσαμε και μας πρόσφεραν τσίπουρο στον πατέρα μου και γλυκό του κουταλιού σε μας. Η κοπέλα ό,τι ήθελε ρωτούσε τη μάϊα· Αφού είπαν πολλά σηκωθήκαμε να φύγουμε. Πήραμε το δρόμο, περάσαμε στη μέση του χωριού. Όσοι βρίσκαμε στο δρόμο καλωσόριζαν τον πατέρα μου, «Γεια σου Κωνσταντή και τόσα άλλα» . Βγήκαμε από το χωριό και πήραμε την ανηφόρα. Εκεί στη «μάνα» το νερό ήταν κάτω από μεγάλα πλατάνια, είχε πάγκο, άλλοι παίρναν νερό και πολλά παιδιά παίζαν.
Συνεχίσαμε το δρόμο μας περνώντας από ανηφόρες και τον βαθύ λάκκο. Περπατώντας ακόμα λίγη ώρα αντικρίσαμε το χωριό Αρβενίκια· όσο βαδίζαμε πηγαίναμε προς το τέλος του ταξιδιού. Σε λίγο φάνηκε ο Ναός της Παναγίας· φωνές, σφυρίχτρες και τσαμπούνες ακουγόταν. Επιτέλους φτάσαμε μετά από τόσες ώρες πορεία.
Πριν πάμε στον περίβολο της εκκλησίας, αριστερά από το δρόμο σε ένα χωράφι φραγμένο με συρματοδίχτυ ,είχε μέσα διάφορα ζώα μοσχάρια μικρά και μεγάλα, κατσίκες και πρόβατα. ¨Όλα είχαν από μια κάρτα δεμένη στο κέρατο ή στο αυτί. Μας είπε ο πατέρας μου ότι αυτά τα ζώα είναι τάματα δωρεές προς την Παναγία, εάν κάποιος αρρωστήσει από σοβαρή αρρώστια τάζουν στην Παναγία ένα ζώο και το φέρνουν τώρα που γιορτάζει. Από αυτά θα σφάξουν 2-3μοσχάρια για το κουρμπάνι και τα άλλα θα τα πουλήσουν και τα χρήματα θα πάνε στο ταμείο της εκκλησίας . Την ίδια τύχη θα έχουν όλα τα αφιερώματα.
Προχωρώντας μπήκαμε μες στον πολύ κόσμο. Ο πατέρας μου πήγαινε μπρος κρατώντας το καπίστρι από το γαϊδουράκι και μεις ακολουθούσαμε ,κρατώντας με από το χέρι. Εκεί κοντά στον ξενώνα είχε κάτι σκαμνιές (μουριές)· βρήκαμε ένα μέρος άδειο κάτω από μια μουριά και σταματήσαμε. Κατεβάσαμε τα πράματά μας , έστρωσε η μάνα μου ένα στρωσίδι κάτω στο χώμα, βάλαμε τα πράματά μας και κάθισε η μάνα μου κάτω να ξεκουραστεί. Ο πατέρας μου πήρε το γαϊδούρι, το πήγε πιο πάνω και το έδεσε.
Όταν ήρθε ο πατέρας μου ,η μάνα μου έβγαλε από το δισάκι μια τάβλα, την έστρωσε κάτω, έβαλε πάνω ψωμί, ελιές και τομάτες. Γέμισαν και το λαήνι με κρύο νερό και αρχίσαμε να τρώμε. Αυγά και τυρί απαγορευόταν, ήταν 15Αύγουστος και ήταν μεγάλη νηστεία.
Σιγά σιγά ο ήλιος έγειρε προς τη δύση, κρύφτηκε πίσω από τα βουνά, οι τελευταίες του αχτίνες δύσαν, ένα όμορφο ρόδινο χρώμα στη δύση. Σιγά σιγά άρχισαν όλα να χάνονται και να’ρχεται η νύχτα. Στον ουρανό άρχισαν να φαίνονται μερικά αστέρια, τα τζιτζίκια σταμάτησαν το τραγούδι τους. Τώρα άρχισαν οι γρύλοι τη δική τους μουσική και τα νυχτοπούλια ακουγόταν μακριά στο δάσος. Σιγά σιγά η νύχτα ήρθε σκοτεινή κάτι λαδοφάναρα άρχισαν να κυκλοφορούν. Εκείνο το βουητό της μέρας σταμάτησε. Οι τσαμπούνες και οι σφυρίχτρες σωπάσανε.
Η μάνα μου έστρωσε και άλλα στρωσίδια και ξαπλώσαμε για να κοιμηθούμε, ένα ελαφρύ αεράκι αρωματισμένο από τα λουλούδια του βουνού, μου χάιδευε το πρόσωπο, η μουσική από τους γρύλους με νανούρισαν και με πήρε ο ύπνος. Όλη τη νύχτα ανέπνεα καθαρό οξυγόνο και όχι τη βόχα του δωματίου. Το πρωί όταν ξύπνησα ήμουν τόσο ελαφρύς! Η μάνα μου απόρησε.
Τέσσερα καζάνια στη σειρά πάνω σε σκάρες, τέσσερις φωτιές άναβαν κάτω από τα καζάνια από τη νύχτα. Ο πατέρας μας είπε ότι ετοίμαζαν φαγητό για τον κόσμο. Το φαγητό είναι ρεβίθια. Αύριο θα μαγειρέψουν κρέας με μανέστρα (κριθαράκι).
Σε λίγο, με άλλαξε η μάνα μου, με πήρε από το χέρι και φύγαμε για την εκκλησία, ο πατέρας πήγε στα μαγειρεία για να βοηθήσει. Προχωρώντας πήγαμε μπροστά από την εκκλησία, κάτι άνθρωποι άρρωστοι καθόταν πάνω σε στρωσίδια και περίμεναν τον παπά να βγει να τους διαβάσει καμιά ευχή μήπως και γίνουν καλά. Με τη μάνα μου προχωρήσαμε μέσα στην εκκλησία, σταθήκαμε μπρος στο παγκάρι και αγοράσαμε κεριά. Πάνω σε ένα τραπέζι είχε κάτι μικρά τενεκεδάκια κομμένα σε διάφορα σχήματα άλλα σε πόδια, χέρια, αυτιά, ανθρωπάκια, ρώτησα τη μάνα μου τι είναι αυτά. «Όταν πονάει το πόδι σου θα δώσεις 1 δραχμή, θα πάρεις ένα ποδάρι και θα το κολλήσεις στην εικόνα της Παναγίας για να σου περάσει ο πόνος. Το ίδιο είναι και για τα άλλα». Ανάψαμε τα κεριά και πήγαμε προς το εικόνισμα, κάναμε από μια μετάνοια και φιλήσαμε τα τζάμι της. Είδα ότι ήταν κολλημένα πάνω στο τζάμι πολλά τενεκεδάκια σε σχήματα. Προχωρήσαμε στο εσωτερικό, πήγαμε προς τη θαυματουργή εικόνα· ήταν δίπλα στην ωραία πύλη στολισμένη με πολλά λουλούδια, επίχρυσα άλλα αντικείμενα και πολλά καντήλια κρεμασμένα γύρω της. Αφού χαιρετήσαμε η μάνα μου έβγαλε ένα χαρτάκι με ονόματα και κάτι δραχμές και τα΄δωσε σε έναν παπά να τα μνημονεύσει. Αφού τελειώσαμε από όλα, βγήκαμε έξω και τραβήξαμε για το παζάρι. Με κρατούσε από το χέρι και προχωρούσαμε μέσα στον πολύ κόσμο και φτάσαμε στους πραματευτάδες. Κάτω στο χώμα είχαν απλωμένα πανιά και πάνω είχαν το εμπόρευμα, παπούτσια τσέργες διαφόρων ειδών, τενεκετζήδες και ό,τι άλλο ήθελες ακόμα και ζώα. Οι πιο πολλοί έμποροι ήταν από την Λιαρίγκοβη (Αρναία). Πήγαμε στους πάγκους με τα ψιλικά. Η μάνα μου αγόρασε ένα ζευγάρι ράντες να μου κρατούν το παντελονάκι, μου πήρε κι ένα ζαχαρωτό.
Εκεί κοντά ήταν ένα παλιόσπιτο με χαγιάτι· ήταν κάμποσοι μαζεμένοι. Πήγαμε κοντά, δύο γυναίκες καθόταν εκεί μέσα. Η μία πιο νέα καθόταν πάνω σε ένα στρωσίδι, είχε ωραία και μεγάλα μάτια με δυο φιόγκους στα μαλλιά και έλεγε συνέχεια λόγια άσκοπα. Τη λέγαν Βενετούλα. Η άλλη πιο μεγάλη στην ηλικία κρατούσε μια σκούπα και σκούπιζε συνέχεια. Τη λέγαν Κατερίνη. Είχε μεγάλες βουρλίδες(κοτσίδες) με φιόγκους στην άκρη. Αυτές οι γυναίκες είχαν πολλά χρόνια σ’αυτό το παλιόσπιτο. ήταν άρρωστες στα μυαλά και τις φέραν από άλλα χωριά οι δικοί τους και τις άφησαν εκεί να τις γιατρέψει η Παναγία.
Η μέρα μεγάλωσε μαζί και η ζέστη και φύγαμε για τη σκαμνιά να καθίσουμε στον ίσκιο. Το φαγητό ήταν έτοιμο και φώναξαν ότι αρχίζει η διανομή. Άρχισαν να έρχονται με τα κατσαρόλια στο χέρι, όλο αυτό το μπουλούκι και να τους γεμίζουν τις κατσαρόλες με ρεβίθια. Ο πατέρας μου έφερε φαγητό ,ψωμί κι ελιές. Όλος αυτός ο κόσμος πέρασε από το μαγειρείο, Τα 4 καζάνια είχαν αδειάσει και τα καθάρισαν για το αυριανό φαγητό. Το βράδυ με πήρε η μάνα μου και πήγαμε στα παζάρι και αγόρασε ένα ζευγάρι παντόφλες και κάτι άλλα για τις δυο μικρές αδερφές μου. Πάνω σε ένα πέτρινο κιόσκι ήταν κάτι οργανοπαίχτες και παίζαν διάφορους σκοπούς και κάτι νέοι και νέες χόρευαν.
Αφού γυρίσαμε όλο το παζάρι γυρίσαμε στη σκαμνιά. Ο ήλιος άρχισε σιγά σιγά να βασιλεύει και ήρθε η νύχτα. Ανάψαν τα φαναράκια και ξαπλώσαμε στα στρωσίδια. Ο πατέρας μου ήταν στο μαγειρείο και ετοίμαζαν το κρέας από τα δυο μοσχάρια που σφάξαν για το κουρμπάνι. Η ώρα περνούσε. Οι γρύλοι άρχισαν το τραγούδι τους κι εμάς ξαπλωμένους κάτω από τα άστρα μας πήρε ο ύπνος.
Το πρωί μας ξύπνησαν οι καμπάνες της εκκλησίας. Οι προσκυνητές καλοντυμένοι πήγαιναν στη λειτουργία. Τα καζάνια στο μαγειρείο και οι μάγειροι ετοίμαζαν το φαγητό, κρέας με μανέστρα. Ο πατέρας ξενύχτησε μαζί με τους άλλους στο μαγειρείο. Με τη μάνα μου, αφού με έπλυνε και με άλλαξε πήγαμε στην εκκλησία. Πολλοί οι προσκυνητές μέσα και έξω και δεν μπορούσαμε να ανάψουμε ένα κερί. Ύστερα από πολλές ώρες τελείωσε η λειτουργία. Ο άγιος δεσπότης μαζί με τους παπάδες και ψαλτάδες βγήκαν από την εκκλησία, κρατώντας την εικόνα της Παναγίας δύο ιερείς και με τα λάβαρα μπροστά, ένας κρατούσε ένα σήμαντρο και το χτυπούσε. Με ψαλμωδίες άρχισε η περιφορά της εικόνας σε όλο το μέρος που είχε προσκυνητές. Περάσαμε μπρος από το παλιόσπιτο που ήταν εκείνες οι γυναίκες και σταματήσαμε στα μαγειρεία. Ο Δεσπότης ευλόγησε τα φαγητά, έδωσε ευχές σ’αυτούς που κουράστηκαν τόσες μέρες για να τελειώσουν αυτό το έργο. Τους είπε να κάμουν τη διανομή του φαγητού και να μην μείνει κανείς νηστικός. Μετά από όλα αυτά γύρισαν όλοι στην εκκλησία. Ο δεσπότης σταμάτησε μπρος τη μεγάλη πόρτα και αφού ευλόγησε όλους, έβγαλε ένα λόγο για τα θαύματα της Παναγίας και αφού ξανά μας ευλόγησε μας ευχήθηκε να ’μαστε όλοι γεροί και να ξαναρθούμε του χρόνου. Προχώρησε μέσα στο ναό με τους ιερείς κι εμείς διαλυθήκαμε και έτσι τελείωσε και αυτή η γιορτή.
Ύστερα όλοι πηγαίναμε με τις κατσαρόλες στο μαγειρείο. Οι μάγειροι άρχισαν τη διανομή του φαγητού. Ο καθένας έπαιρνε μερίδες σύμφωνα με τα άτομα που ήταν στην παρέα του. Ο πατέρας μου, μας έφερε φαγητό για τη μάνα μου και μένα. Αυτός θα έτρωγε μαζί με τους άλλους μαγείρους. Ύστερα από λίγη ώρα τα καζάνια άδειασαν. Οι φωτιές σβήσαν και οι γυναίκες που βοηθούσαν πλύναν τα καζάνια και τα βάλαν στο κατώι του ξενώνα για την άλλη χρονιά. Μετά από το φαγητό ο κόσμος άρχισε να αραιώνει . Όσοι ήταν τα χωριά τους κοντά μαζέψανε τα πράματα τους και φύγανε. Ο τόπος άρχισε να αδειάζει. Μείναμε όσοι ήταν τα χωριά μας μακριά. Θα φεύγαμε την άλλη μέρα. Θα μέναμε ακόμα μια βραδιά κάτω από τα άστρα, παρέα με τους γρύλους.
Το απόγευμα μας πήρε ο πατέρας και πήγαμε στα Αρβενίκια .Σε μια πλατεία είχαν κρεμασμένα τα τάματα που πήγαν στην Παναγία και τα βάζαν στη δημοπρασία. Πιο πέρα γινόταν χορός με όργανα. Πήγε και η μάνα μου στο χορό. Το σούρουπο γυρίσαμε πίσω στη σκαμνιά.
Νύχτωσε· παντού ησυχία, κάτι λίγες οικογένειες ήταν δίπλα σε άλλες σκαμνιές .Ύστερα από λίγη ώρα μας πήρε ο ύπνος. Πότε ξημέρωσε δε κατάλαβα. Της μάνας μου το χέρι ακούμπησε στον ώμο μου «Σήκω θα φύγουμε, το παναϊρι τελείωσε»………”
Εκείνη τη στιγμή, που μου ήρθαν στο νου όλα αυτά, ένα άλλο χέρι ακούμπησε στον ώμο μου .Ήταν το χέρι της γυναίκας μου «Σήκω φεύγουμε ,ο εσπερινός τελείωσε, πάμε στο λεωφορείο»……
Κοίτα σύμπτωση..
Όταν πήγα στο λεωφορείο, κάθισα δίπλα στο τζάμι, κοιτούσα έξω το τοπίο, πόσο άλλαξε. Άλλαξαν πολλά μετά από τόσα χρόνια .Μια άλλη όψη κοιτούσα, το παλιό έφυγε. Έφυγε και η εικόνα η θαυματουργή. Άλλοι λένε έφυγε από τα κεραμίδια. Ποιος ξέρει! Ίσως μας βαρέθηκε, εκεί που την παρακαλάμε γονατιστοί να μας βοηθήσει ,απ’την άλλη την βρίζουμε με τον πιο χυδαίο τρόπο. Άλλοι εκμεταλλεύονται το όνομα της να μαζεύουν χρήματα. Για όλα αυτά και τόσα άλλα έφυγε πολύ μακριά. Στη θέση της βάλαν ένα αντίγραφο.
Αύγουστος 2002. Τετράδιο Β΄,σελίδες. 23-38
Κείμενο:Αλκιβιάδης Κούμαρος
ΚΥΤΤΑΡΟ ΙΕΡΙΣΣΟΥ

*Φώτο από την προχθεσινή αγρυπνία

Διαβάστε επίσης:

Λαζαρίδης: Ζητώ να επιστρέψω τα ποσά που μου καταβλήθηκαν αχρεωστήτως για να μην υπάρχουν σκιές

16 Απριλίου, 2026

Αγουρέλαιο Χαλκιδικής: Καινοτόμo πρωτόκολλο παραγωγής με ευφυή συστήματα «εκτοξεύει» τις δυνατότητες των ελαιοκαλλιεργητών

16 Απριλίου, 2026
Tags: Δήμος ΑριστοτέληΜεγάλη Παναγία
Προηγούμενο

Η φρεγάτα «Λήμνος» και το ρήγμα στο τουρκικό «Κεμάλ Ρέις» – Δένδιας: Η Τουρκία πρέπει να καταλάβει ότι οι προκλήσεις της θα έχουν συνέπειες

Επόμενο

Χαλκιδική: Συνελήφθη θετικός στον κορωνοϊό που δεν τήρησε την καραντίνα

ΣχετικάΆρθρα

Πολιτικά

Λαζαρίδης: Ζητώ να επιστρέψω τα ποσά που μου καταβλήθηκαν αχρεωστήτως για να μην υπάρχουν σκιές

16 Απριλίου, 2026
Featured

Αγουρέλαιο Χαλκιδικής: Καινοτόμo πρωτόκολλο παραγωγής με ευφυή συστήματα «εκτοξεύει» τις δυνατότητες των ελαιοκαλλιεργητών

16 Απριλίου, 2026
Featured

Στην 3η Συνάντηση Χορωδιών Πάρου η Δημοτική Χορωδία Νέας Καλλικράτειας

14 Απριλίου, 2026
Επόμενο
φώτο αρχείου

Χαλκιδική: Συνελήφθη θετικός στον κορωνοϊό που δεν τήρησε την καραντίνα

Μητσοτάκης: Έκκληση προς τους νέους - Ανακοινώνονται νέα μέτρα μέσα στην ημέρα (βίντεο)

Κανένα αποτέλεσμα
Δείτε όλα τα αποτελέσματα
zero web & graphics
Μητρώο Online Media

Καιρός Νέα Μουδανιά

Sports equipment and accesories
  • Ταυτότητα
  • Επικοινωνία
  • Πολιτική Απορρήτου – Όροι χρήσης

© 2019 Νέα Μουδανιά Blog

Κανένα αποτέλεσμα
Δείτε όλα τα αποτελέσματα
  • Χαλκιδική
  • Ελλάδα
  • Κόσμος
  • Ψυχαγωγία
  • Περιβάλλον
  • Πολιτισμός
  • Τουρισμός
  • Σύνδεση
  • Sign Up

© 2019 Νέα Μουδανιά Blog

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε την παραμονή σας στην σελίδα μας. Χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες μας, συμφωνείτε με τους Όρους Χρήσης της ιστοσελίδας μας.